ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Θεωρία, Κανόνες, Ασκήσεις με απαντήσεις

ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ:
Θεωρία, Κανόνες, Ασκήσεις με απαντήσεις

Κανονες τονισμου στα αρχαια

ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ:
Θεωρία, Κανόνες, Ασκήσεις με απαντήσεις

Το βιβλίο αυτό αποτελεί βοήθημα στον Τονισμό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Περιλαμβάνει Θεωρία, Παραδείγματα και Ασκήσεις. Για την διευκόλυνση των μαθητών παρέχονται και οι απαντήσεις τους. Το βοήθημα αυτό διαρκώς ανανεώνεται, γίνονται προσθήκες και βελτιώνεται, οπότε σιγουρευτείτε πως χρησιμοποιείτε την τελευταία έκδοση. Το παρόν βιβλίο «ΤΟΝΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: Θεωρία, Κανόνες, Ασκήσεις με απαντήσεις» έκδοσης taexeiola, είναι ελεύθερο προς ανάγνωση από την ιστοσελίδα taexeiola αλλά και άλλους διαδικτυακούς τόπους. Επιτρέπεται το δωρεάν κατέβασμα και η εκτύπωση του βιβλίου για προσωπική χρήση. Επιτρέπεται η ολική αναδημοσίευση του έργου μέσω του διαδικτύου. Προσοχή! σε καμία περίπτωση και με κανένα τρόπο δεν επιτρέπεται η πώλησή του.

Συγγραφή: Καλλιόπη Κρασσά
Έκδοση: taexeiola
Μορφή: Online Pdf
Σελ.: 49

Κανόνες Τονισμού Αρχαίων Ελληνικών


Οι Κανόνες Τονισμού σε κείμενο

⇛ Εισαγωγή

Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν μόνο με κεφαλαιογράμματη γραφή και δε χρησιμοποιούσαν τόνους, όπως μαρτυρείται άλλωστε και από τις σωζόμενες επιγραφές. Οι τόνοι χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά περίπου το 200 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια από το Βυζαντινό Διονύσιο Θραξ (170 π.Χ. έως 90 π.Χ), ο οποίος μάλιστα γράφει για τους τόνους τα εξής: «τόνος ἐστὶν ἀπήχησις φωνῆς ἐναρμονίου, ἡ κατὰ ἀνάτασιν ἐν τῇ ὀξείᾳ, ἡ κατὰ ὁμαλισμὸν ἐν τῇ βαρείᾳ, ἡ κατὰ περίκλασιν ἐν τῇ περισπωμένῃ». Οι τόνοι επίσημα καθιερώθηκαν τον 9ο μ.Χ. αιώνα μαζί με την ελληνική μικρογράμματη γραφή ή αλλιώς βυζαντινή γραφή.

Η καθιέρωση των τόνων πιθανολογείται ότι προέκυψε, είτε λόγω της ανάγκης των Ελλήνων για την ορθή προφορά λέξεων ή λέξεων που δε χρησιμοποιούσαν συχνά στον καθημερινό τους λόγο, είτε λόγω της ανάγκης εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας από κάποιους που δεν ήταν μητρική τους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι εκείνη την περίοδο η ελληνική γλώσσα ήταν ιδιαιτέρως διαδεδομένη κατ’ αντιστοιχία της σημερινής αγγλικής γλώσσας.

Οι τόνοι των αρχαίων ελληνικών διατηρήθηκαν στην ελληνική γλώσσα μέχρι το 1982, όπου καταργήθηκε το πολυτονικό σύστημα από τη Βουλή των Ελλήνων και καθιερώθηκε το μονοτονικό.

 

⇛ Γράμματα αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Τα γράμματα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες σύμφωνα με τον τρόπο γραφής τους τα 1. Κεφαλαία (Α, Β, Γ κτλ.) και τα 2. Μικρά (α, β, γ κτλ.) και διαιρούνται σε δύο βασικές κατηγορίες τα α. Φωνήεντα (α, ε, η, ι, υ, ο και το ω) και τα β. Σύμφωνα (β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ (-ς), τ, φ, χ, ψ).

 

⇛ Φωνήεντα αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Τα φωνήεντα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι επτά (α,ε,ο,ω,η,ι και υ) και διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: 1. Βραχέα ή βραχύχρονα, 2. Μακρά ή Μακρόχρονα και 3. Δίχρονα.

Βραχέα ή βραχύχρονα είναι το -ε- και το -ο- και ονομάζονται βραχέα, διότι προφέρονταν σε βραχύ, δηλαδή σύντομο χρόνο (ε=ε και ο=ο).

Μακρά ή μακρόχρονα είναι το -η- και το -ω- και ονομάζονται μακρά, διότι προφέρονταν σε μακρύτερο χρόνο (η=εε και ω=οο)

Δίχρονα είναι τα -α-, -ι- και –υ- και ονομάζονται δίχρονα, διότι προφέρονταν με δύο χρόνους, άλλοτε ως βραχύχρονα (δηλαδή α=α, ι=ι και υ=ου) κι άλλοτε ως μακρόχρονα (δηλαδή α=αα, ι=ιι και υ=ουου).

 

⇛ Δίφθογγοι αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Οι δίφθογγοι της αρχαίας ελληνικής είναι έντεκα. Οχτώ κύριοι (αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ου και ηυ) και τρεις καταχρηστικοί (ᾳ,ῃ και ῳ).

Οι δίφθογγοι είναι μακρόχρονοι, με εξαίρεση το –αι και το –οι, οι οποίοι όταν βρίσκονται στο τέλος της λέξης θεωρούνται βραχύχρονοι.

Προσοχή! Όταν όμως οι δίφθογγοι –αι και –οι είναι κατάληξη ευκτικής ή βρίσκονται στο τέλος των επιρρημάτων και των επιφωνημάτων είναι μακρόχρονοι.

 

⇛ Συλλαβές αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα ονομάζεται συλλαβή το μέρος της λέξης, που μπορεί να περιέχει ένα ή περισσότερα σύμφωνα μαζί με ένα φωνήεν ή δίφθογγο π.χ. νέ-ος, κῆ-ποι ή να απαρτίζεται μόνο από ένα φωνήεν ή δίφθογγο π.χ. ἀ-εί, εἰ.

Οι λέξεις διακρίνονται σε μονοσύλλαβες, αν αποτελούνται από μία συλλαβή π.χ. γραῦς, δισύλλαβες, αν αποτελούνται από δύο συλλαβές π.χ. κῆ-ποι, τρισύλλαβες, αν αποτελούνται από τρεις συλλαβές π.χ. λέ-γο-μεν και πολυσύλλαβες αν αποτελούνται από τρεις και πάνω συλλαβές π.χ. κα-τα-λύ-ομεν.

Η τελευταία συλλαβή κάθε λέξης λέγεται λήγουσα, η προτελευταία παραλήγουσα, η αντιπροτελαυταία προπαραλήγουσα και η πρώτη συλλαβή λέγεται αρχική.

Τέλος, οι συλλαβές κατηγοριοποιούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες ανάλογα με το χρόνο του φωνήεντος που περιέχουν τη βραχύχρονη, φύσει μακρόχρονη ή μακρόχρονη συλλαβή και τη θέσει μακρόχρονη.

 

⇛ Κατηγοριοποίηση αρχαίων ελληνικών συλλαβών σύμφωνα με το χρόνο του φωνήεντός τους

Στα αρχαία ελληνικά μία συλλαβή μπορεί να χαρακτηριστεί από το χρόνο του φωνήεντός της και να διακριθεί σε τρεις βασικές κατηγορίες, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. 1. Βραχύχρονη, 2. Φύσει μακρόχρονη και 3. Θέσει μακρόχρονη συλλαβή.

Βραχύχρονη είναι η συλλαβή που περιέχει βραχύχρονο φωνήεν.

Παράδειγμα
νέ-ος:
αποτελείται από δύο συλλαβές βραχύχρονες, δηλαδή νέ- και –ος με βραχύχρονα αντίστοιχα το ε και το ο.

Φύσει μακρόχρονη είναι η συλλαβή που περιέχει ένα μακρόχρονο φωνήεν.

Παράδειγμα
κῆ-πος:
αποτελείται από δύο συλλαβές μία μακρόχρονη και μία βραχύχρονη, δηλαδή κῆ- μακρόχρονη συλλαβή με μακρόχρονο το –η και –πος με βραχύχρονη συλλαβή με το –ο.

Θέσει μακρόχρονη είναι η συλλαβή που έχει βραχύχρονο φωνήεν, αλλά ύστερα απ’ αυτό ακολουθούν στην ίδια λέξη δύο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό (δηλαδή ζ,ξ,ψ).

Παράδειγμα
ἐ-χθρός:
αποτελείται από δύο συλλαβές που η ἐ- έχει βραχύχρονο φωνήεν και ύστερα απ’ αυτή ακολουθούν τρία σύμφωνα –χθρος.

 

⇛ Τόνοι

Οι τόνοι στα αρχαία ελληνικά είναι τρεις. Η οξεία ( ´ ), η βαρεία ( ` ) και η περισπωμένη ( ῀ ).

 

⇛ Κατηγοριοποίηση αρχαίων ελληνικών λέξεων σύμφωνα με τον τονισμό τους

Μια αρχαία ελληνική λέξη μπορεί να τονιστεί στη λήγουσα, στην παραλήγουσα και στην προπαραλήγουσα συλλαβή και διακρίνεται ανάλογα με τη συλλαβή στην οποία τονίζονται σε: 1. Οξύτονη (η λήγουσα δηλαδή τονίζεται με οξεία), 2. Περισπώμενη (η λήγουσα δηλαδή τονίζεται με περισπωμένη), 3. Παροξύτονη (η παραλήγουσα δηλαδή τονίζεται με οξεία), 4. Προπερισπώμενη (η παραλήγουσα δηλαδή τονίζεται με περισπωμένη) και 5. Προπαροξύτονη (η προπαραλήγουσα τονίζεται δηλαδή με οξεία).

Παραδείγματα

λαός-> οξύτονη
τιμῶ-> περισπώμενη
νέος-> παροξύτονη
κῆπος-> προπερισπώμηνη
λέγομεν-> προπαροξύτονη

 

⇛ Βασικοί κανόνες τονισμού αρχαίων ελληνικών λέξεων

Οξεία ( ΄ )

  1. Με οξεία τονίζεται πάντα η προπαραλήγουσα συλλαβή π.χ λέ-γο-μεν.
  2. Με οξεία τονίζονται πάντα τα φωνήεντα -ο- και -ε- π.χ. θε-ός.
  3. Με οξεία τονίζεται η παραλήγουσα, όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη και η παραλήγουσα είναι κι αυτή μακρόχρονη π.χ. κή-πων: Η λήγουσα -πων είναι μακρόχρονη (περιέχει –ω) και η παραλήγουσα κή- είναι μακρόχρονη (περιέχει –η).
  4. Με οξεία τονίζεται η ασυναίρετη λήγουσα της ονομαστικής, της αιτιατικής και της κλητικής ενικού και πληθυντικού αριθμού π.χ. ὁ μαθητής, τόν μαθητήν, ὦ μαθητά στον ενικό αριθμό και οἱ μαθηταί, τούς μαθητάς, ὦ μαθηταί αντίστοιχα στον πληθυντικό αριθμό.
  5. Με οξεία τονίζεται η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν πρίν από τη συναίρεση τονιζόταν με οξεία η δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται π.χ. ἑσταώς -> ἑ-στώς

 

Περισπωμένη ( ῀ )

  1. Με περισπωμένη τονίζεται η παραλήγουσα όταν η λήγουσα είναι βραχύχρονη και η παραλήγουσα μακρόχρονη π.χ. κῆ-πος: Η λήγουσα –πος είναι βραχύχρονη (περιέχει –ο) και η παραλήγουσα κῆ- είναι μακρόχρονη (περιέχει η).

Προσοχή!!! Δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση του παραπάνω κανόνα τονισμού, όταν στην παραλήγουσα υπάρχει βραχύχρονο φωνήεν (-ο και –ε). Τα βραχύχρονα τονίζονται πάντα με οξεία σε όποια συλλαβή κι αν βρίσκονται.

  1. Με περισπωμένη τονίζεται η μακροκατάληκτη λήγουσα της γενικής και δοτικής του ενικού και του πληθυντικού αριθμού των πτωτικών π.χ. τοῦ μαθητοῦ (γενική ενικού, α´ κλίση ουσιαστικών σε –ης) και τοῖς μαθηταῖς (δοτική πληθυντικού, α´ κλίση ουσιαστικών σε –ης).
  2. Με περισπωμένη τονίζεται η μακροκατάληκτη λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η πρώτη από τις συλλαβές που συναιρούνται π.χ. τιμάω-ω-> τιμῶ.

 

Βαρεία ( ` )

Με βαρεία τονίζεται μόνο η λήγουσα, όταν δεν ακολουθεί σημείο στίξης ή εγκλιτική λέξη π.χ. ὁ ποιητὴς

 

⇛ Εγκλιτικές λέξεις ή εγκλιτικά

Εγκλιτικές ονομάζονται οι μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις, που προφέρονται τόσο στενά με την προηγούμενη, έτσι ώστε να ακούγονται ηχητικά σα μία λέξη. Ο τόνος τους είτε υπάρχει κανονικά, είτε χάνεται, είτε μεταβιβάζεται στη λήγουσα της προηγούμενη λέξης με τη μορφή οξείας ( ΄ ) π.χ. ἔλαφός τις: ο τόνος δηλαδή του εγκλιτικού τίς μεταβιβάστηκε στην προηγούμενη προπαροξύτονη λέξη ἔλαφος.

Οι πιο συχνές εγκλιτικές λέξεις στα αρχαία ελληνικά είναι τα εξής:

  1. Οι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών του α᾽ προσώπου: μοῦ, μοί, μέ, β´ προσώπου: σοῦ, σοί, σέ και γ´ προσώπου: οὗ, οἷ, ἕ.
  2. Όλες οι πτώσεις και των δύο αριθμών της αόριστης αντωνυμίας τὶς και τὶ εκτός από τον τύπο του ουδετέρου στον πληθυντικού αριθμού ἄττα.
  3. Όλοι οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής έγκλισης του ενεστώτα των ρημάτων εἰμὶ και φημί.
  4. Τα επιρρήματα ποί, πή/πῄ, ποθὲν – πώς, πού και ποτέ.

Τα μόρια γέ, τέ, τοί, πέρ, πώ, νὺν καθώς και το πρόσφυμα δέ.

 

⇛ Τονισμός των εγκλιτικών λέξεων

  1. Ο τόνος των εγκλιτικών μονοσύλλαβων ή δισύλλαβων λέξεων χάνεται:
  • όταν η προηγούμενη λέξη είναι οξύτονη ή περισπώμενη και ο τόνος της προηγούμενης λέξης μετατρέπεται από βαρεία σε οξεία π.χ. καλόν ἐστι: κανονικά δηλαδή το καλὸν τονιζόταν με βαρεία ( ` ), αλλά επειδή ακολουθεί ο εγκλιτικός τύπος ἐστί του ρήματος εἰμί μεταβιβάζει τον τόνο του (την οξεία ( ´ ) δηλαδή) στην προηγούμενη λέξη, δηλαδή το καλὸν και το τροποποιεί σε καλόν.
  • όταν υπάρχουν μονοσύλλαβα εγκλιτικά και η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη π.χ. κελεύω σε: το σε είναι μονοσύλλαβη εγκλιτική λέξη και το ρήμα κελεύω, η προηγούμενη δηλαδή λέξη είναι παροξύτονη.
  1. Ο τόνος των εγκλιτικών μεταβιβάζεται στη λήγουσα της προηγούμενη λέξης με τη μορφή οξείας, όταν η λέξη που προηγείται είναι προπαροξύτονη ή προπερισμπώμενη ή άτονη ή εγκλιτική π.χ. ἔλαφός τις, κῆπός τις, ἔν τινι και ἐστί μοι αντίστοιχα.
  2. Ο τόνος των εγκλιτικών λέξεων παραμένει στη θέση του:
  • όταν η προηγούμενη λέξη είναι παροξύτονη και η εγκλιτική δισύλλαβη π.χ. νέοι εἰσίν
  • όταν η προηγούμενη λέξη έχει πάθει έκθλιψη (δηλαδή όταν υπάρχει αποβολή του τελικού βραχύ φωνήεντος μίας λέξης μπροστά από το αρχικό φωνήεν ή το δίφθογγο της ακόλουθης λέξης και στη θέση του φωνήεντος που παθαίνει έκθλιψη εμφανίζεται απόστροφος π.χ. ἀπὸ ἐμοῦ -> ἀπ᾽ ἐμοῦ) ή όταν πριν από την εγκλιτική λέξη υπάρχει σημείο στίξης π.χ. κακόν δ᾽ ἐστίν και ἀγαθὸς ἦν· αντίστοιχα.
  • Όταν δίδεται έμφαση ή αντιδιαστολή π.χ. πρὸς σέ.

 

⇛ Ειδικοί κανόνες για τον τονισμό

  1. Τα ουδέτερα της β᾽ κλίσης έχουν το –α της κατάληξης του πληθυντικού βραχύχρονο π.χ τὰ δῶρα.
  2. Στα ουσιαστικά της α᾽ κλίσης η κατάληξη –ας είναι πάντα μακρόχρονη π.χ. τῆς μοίρας.
  3. Στα θηλυκά της α’ κλίσης το –α είναι μακρόχρονο, όταν προηγείται φωνήεν ή –ρ και βραχύχρονο, όταν προηγείται σύμφωνο π.χ. ἡ χώρα, ἡ γλῶσσα.
  4. Η κατάληξη –α στη δοτική του ενικού αριθμού είναι μακρόχρονη π.χ. τῇ μοίρᾳ.
  5. Η γενική του πληθυντικού αριθμού των ουσιαστικών της α᾽ κλίσης τονίζονται πάντα στη λήγουσα με περισπωμένη π.χ. τῶν μοιρῶν.
  6. Στα δευτερόκλιτα τρικατάληκτα επίθετα, όταν πριν από την κατάληξη –ος του αρσενικού προηγείται φωνήεν ή –ρ, τότε το θηλυκό λήγει σε –α μακρόχρονο π.χ. τέλειος, τελεία, τέλειον, ενώ καλός, καλή καλόν.
  7. Στα τριτόκλιτα ουσιαστικά τα δίχρονα φωνήεντα (α,ι και υ) στις καταλήξεις είναι βραχύχρονα. π.χ. τό σῆμα.
  8. Το -α είναι βραχύχρονο στα ουσιαστικά της α’ κλίσης, όταν πριν από την κατάληξη –α υπάρχει σύμφωνο, εκτός από το –ρ π.χ. ἡ μοῦσα, που το-α είναι βραχύχρονο, διότι πριν από το -α υπάρχει το σύμφωνο -σ-, ενώ π.χ. ἡ χώρα, το –α είναι μακρόχρονο, διότι πριν από το –α υπάρχει το -ρ.

 

⇛ Πνεύματα

Όλες οι λέξεις των αρχαίων ελληνικών που αρχίζουν από φωνήεν, από δίφθογγο και από το σύμφωνο -ρ- εμφανίζουν επάνω τους ένα σημάδι το λεγόμενο πνεύμα. Υπάρχουν δύο ειδών πνεύματα η ψιλή ( ᾽ ) και η δασεία ( ῾ ).

Οι περισσότερες λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή από δίφθογγο παίρνουν ψιλή.

Δασεία παίρνουν τα ακόλουθα:

  1. Οι λέξεις που αρχίζουν από -υ- ή από -ρ-.
  2. Τα άρθρα ὁ, ἡ, αἱ, οἱ
  3. Οι δεικτικές αντωνυμίες ὅδε, ἥδε, οἵδε, αἵδε, οὗτος, αὕτη.
  4. Οι αναφορικές αντωνυμίες ὅς, ἥ, ὅ κτλ.
  5. Τα αναφορικά επιρρήματα ὅπου, ὅθεν κτλ. (εκτός από το ἔνθα και ἔνθεν)
  6. Οι προσωπικές αντωνυμίες ἡμεῖς, ἡμῶν κτλ., οὗ, οἷ, ἕ.
  7. Η επιμεριστική αντωνυμία ἕτερος, ἑκάτερος και ἕκαστος καθώς και οι λέξεις που σχηματίζονται απ᾽ αυτές π.χ. ἡμέτερος, ἑαυτοῦ, ἑτέρωθεν, ἑκάστοτε κτλ.
  8. Οι σύνδεσμοι ἕως, ἡνίκα, ἵνα, ὅμως, ὁπότε, ὅπως. ὅτε, ὡς και ὥστε.
  9. Τα αριθμητικά εἷς, ἕν ἕξ, ἑπτά, ἑκατόν, καθώς και τα παράγωγα απ᾽ αυτά π.χ. ἕνδεκα, ἑξακόσιοι, ἑβδομήκοντα, ἑκάστοτε κτλ.
  10. Οι παρακάτω λέξεις και οι παράγωγες απ᾽ αυτές ή σύνθετες τους με α´ συνθετικό τις λέξεις αυτές:

Α. ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, ᾍδης, ἁδρός, ἁθρόος, αἷμα, Αἷμος, αἱρέω-ῶ, αἱ ἁλαί, ἅλας, Ἁλιάκμων, Ἁλίαρτος, ἁλιεύω, Ἁλικαρνασσός, ἅλις, ἁλίσκομαι, ἅλωσις, ἅλλομαι, Ἁλόννησος, ἁλουργίς, ὁ ἅλς, ἡ ἅλς (= θάλασσα), ἁλτήρ, ἅλυσις, ἡ ἅλως, ἅμα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἅμμα, ἁνύτω, ἁπαλός, ἅπαξ, ἁπλοῦς, ἅπτω – ἅπτομαι, ἅρμα, ἁρμόζω, ἁρμονία, ἁρμός, ἅρπαξ – ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίκορος, ἁψίς.

Ε. τὸ ἕδος, ἕδρα, ἑδώλιον, ἕζομαι, εἱλόμην (αόριστος β΄του αἱροῦμαι), εἵμαρται – εἱμαρμένη, εἵργνυμι – εἱργνύω, εἱρκτή, Ἑκάβη, ἑκάς, Ἑκάτη, ἑκών, Ἑλένη, Ἑλικών, ἡ ἕλιξ, ἑλίττω, ἕλκος, ἕλκω – ἑλκύω, Ἑλλάς, Ἕλλην, ἡ ἕλμινς, τὸ ἕλος, ἕνεκα ή ἕνεκεν, ἑξῆς, ἕξω, ἑορτή, ἕρκος, ἕρμα, ἑρμηνεύω, Ἑρμῆς, ἕρπω, ἑσπέρα, ἕσπερος, ἑσπόμην, ἑστιάω-ῶ, ἑταῖρος, ἕτοιμος καὶ ἑτοῖμος, εὑρίσκω, ἕψω, ἕωλος, ἡ ἕως.

Η. ἥβη, ἡγέομαι-οῦμαι, ἥδομαι, ἥκιστα, ἥκω, ἧλιξ, Ἡλιαία, ἥλιος, ἧλος, ἡμέρα, ἥμερος, ἡμι- (αχώριστο μόριο), ἥμισυς, ἡ ἡνία καὶ τὰ ἡνία, ἧπαρ, Ἥρα, Ἡρακλής, Ἡρόδοτος, ἥρως, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἧττα, ἡττάομαι-ῶμαι, ἥττων, Ἥφαιστος.

Ι. ἱδρύω, ἱδρώς, ἱέραξ, ἱερός, ἵημι, ἱκανός, ἱκέτης, ἱκνέομαι-οῦμαι, ἱλάσκομαι, ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάς, ἱμάτιον, ἵμερος, ἵππος, ἵστημι, ἱστός – ἱστίον, ἱστορία, ἱστορέω-ῶ, ἵστωρ.

Ο. ὁδός, ὁλκάς, ὁλκή, ὁ ὁλκός, ὅλμος, ὅλος, ὁρμαθός, ὁρμή, ὁ ὅρμος, ὁ ὅρος, τὸ ὅριον, ὁρίζω, ὁράω-ῶ, ὅσιος.

Ω. ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος.

 

⇛ Τονισμός των σύνθετων λέξεων

Στις σύνθετες λέξεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ο τόνος ανεβαίνει ως την τελευταία συλλαβή του α ́ συνθετικού της νέας λέξης, αν το επιτρέπει φυσικά η λήγουσα.

Με εξαίρεση τα εξής:

1) Τα σύνθετα και παρασύνθετα ουσιαστικά με καταλήξεις -α, -η, -μος, -ευς, -της, -τηρ, που τονίζονται στη λήγουσα όπως και τα αντίστοιχα απλά π.χ. με κατάληξη -α μισθοφορά, ἐκδορά· με κατάληξη –η, διακοπή, συγγραφή· με κατάληξη –μος συλλογισμός, περισπασμός· με κατάληξη –ευς ἀντιβασιλεύς, ἀρχιερεύς· με κατάληξη –της ἀνταγωνιστής, συμμαθητὴς κ.ά.

2) Τα σύνθετα και παρασύνθετα επίθετα με καταλήξεις -ης (-ες) της γ ́ κλίσης που έχουν  δεύτερο συνθετικό ρηματικό θέμα ή θέμα ουδετέρου σε –ος και τονίζονται συνήθως στη λήγουσα π.χ. ἀμελής, εὐπρεπής, εὐγενής κ.ά. Στην παραλήγουσα τονίζονται όμως όσα έχουν κατάληξη σε -αντης, -αρκης, -ηθης, -ηρης, -μηκης, -ωδης, -μεγεθης π.χ. ἀνάντης, κατάντης κ.ά.

3) Τα παρασύνθετα επίθετα με κατάληξη -ικος που παράγονται από σύνθετα ρήματα τονίζονται στη λήγουσα, όπως και τα απλά και είναι τρικατάληκτα π.χ ἀποδεικτικός, συμβουλευτικὸς κ.ά.

4) Από τα παρασύνθετα ρηματικά επίθετα έχουν κατάληξη -τος και παράγονται από ρήματα με α ́ συνθετικό πρόθεση:

  • όσα έχουν τη σημασία ότι κάτι μπορεί να γίνει τονίζονται στη λήγουσα και είναι τρικατάληκτα π.χ. ἀνεκτὸς, ἐξαιρετὸς κ.ά.
  • όσα έχουν τη σημασία του παθητικού παρακειμένου τονίζονται στην προπαραλήγουσα και είναι δικατάληκτα π.χ διάλυτος, -ος, -ον, ἐξαίρετος κ.ά.

5) Τα σύνθετα ρηματικά επίθετα σε -τος, που έχουν το α ́ συνθετικό τους αχώριστο μόριο ή άλλο μέρος του λόγου εκτός από πρόθεση τονίζονται στην προπαραλήγουσα σύμφωνα με τον κανόνα για τον τονισμό των συνθέτων και είναι δικατάληκτα π.χ ἄβατος, -ος, -ον κ.ά.

6) Τα παρασύνθετα ρηματικά επίθετα με κατάληξη -τέος παράγονται από σύνθετα ρήματα με α ́ συνθετικό πρόθεση και διατηρούν πάντα τον τόνο στην παραλήγουσα: ἀποδεικτέος, καταβλητέον, καθαιρετέον κτλ.

7) Από τα σύνθετα ουσιαστικά σε -ος της β ́ κλίσης, που το α ́ συνθετικό τους είναι θέμα ονόματος ή αντωνυμίας και το β ́ συνθετικό θέμα ρήματος:

  • όσα έχουν παθητική ή αμετάβατη σημασία προπαροξύνονται π.χ. αὐτό- γραφος, πρωτότοκος κ.ά.
  • όσα έχουν ενεργητητική μεταβατική σημασία παροξύνονται, αν η παραλήγουσα είναι βραχύχρονη π.χ λογογράφος, πρωτο-τόκος κ.ά.· οξύνονται όμως, αν η παραλήγουσα είναι φύσει ή θέσει μακρόχρονη π.χ κυνηγός, ναυπηγός, στρατηγός, παιδαγωγός κ.ά.

 

Αναλυτικότερα για τον τονισμό των σύνθετων  λέξεων αξίζει να σημειωθούν τα εξής:

  1. Τα σύνθετα ρήματα συνήθως διατηρούν τον τόνο τους στη συλλαβή που τονίζεται και το αντίστοιχο απλό ρήμα π.χ. λύειν -> ἀπολύειν, ἦχθαι -> ἀπῆχθαι κ.ά.
  2. Τάση αναβιβασμού του τόνου στα σύνθετα παρατηρούμε στην οριστική και την προστακτική, στις περιπτώσεις που η λήγουσα είναι βραχύχρονη συλλαβή π.χ. εἶμι -> ἄπειμι, οἶδα –> σύνοιδα, λύε -> ἀπόλυε κ.ά.

Προσοχή! Εξαιρείται το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της Οριστικής Ενεστώτα των ρημάτων ἵημι και ἵστημι (ἱᾶσι -> ἀφιᾶσι, ἱστᾶσι -> ἐφιστᾶσι), διότι οι τύποι αυτοί έχουν τονιζόμενες συλλαβές που προέρχονται από συναίρεση.

  1. Επίσης, αξίζει να σημειώσουμε ότι στην προστακτική των συνθέτων, το β΄ ενικό προστακτικής Αορίστου Β΄ μέσης φωνής διατηρεί τον τόνο του απλού ρήματος π.χ. λιποῦ -> καταλιποῦ, γενοῦ -> συγγενοῦ. Αυτό ισχύει πάντα όταν ο τύπος του απλού ρήματος είναι δισύλλαβος.
  2. Ενώ όταν το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του Αορίστου β΄ της μέσης φωνής είναι τύπος μονοσύλλαβος, τότε ο τόνος διατηρείται μόνο όταν η πρόθεση είναι μονοσύλλαβη ή προέρχεται από έκθλιψη π.χ. οὗ του ρήματος ἵημι, θοῦ -> προθοῦ, σχοῦ -> προσχοῦ, οὗ -> συνοῦ, από + οὗ -> ἀφοῦ, μετά + οὗ -> μεθοῦ, δοῦ -> ἐνδοῦ.
  3. Όταν ο τύπος είναι μονοσύλλαβος και η πρόθεση δισύλλαβη, τότε ο τόνος ανεβαίνει στη δεύτερη συλλαβή της πρόθεσης, δηλαδή στην παραλήγουσα π.χ θοῦ -> κατάθου, σποῦ ->ἐπίσπου κ.ά.

Προσοχή! Στην προστακτική Αορίστου Β΄ ανεβαίνει πάντα ο τόνος στην Ενεργητική φωνή, είτε όταν είναι μονοσύλλαβη, είτε όταν είναι δισύλλαβη πρόθεση π.χ. δός -> ἀπόδος, θές –> κατάθες κ.α. Το ίδιο ισχύει και για τους δισύλλαβους τύπους της Προστακτικής π.χ. στῆθι –> κατάστηθι / ἔνστηθι, λαβέ –> σύλλαβε / κατάλαβε, ἰδέ –> σύνιδε / κάτιδε κ.ά.

  1. Η υποτακτική και η ευκτική συνήθως διατηρούν τον τόνο των απλών ρημάτων π.χ. δῶμεν -> ἐνδῶμεν κ.α, εκτός από την υποτακτική και ευκτική Αορίστου Β΄ των ρημάτων ἔχω και ἕπομαι π.χ. σχῶ -> παράσχω, σχῶμεν –> πρόσχωμεν, σπῶμαι -> ἐπίσπωμαι, σπῆσθε -> ἐπίσπησθε, σποῖο -> ἐπίσποιο, σχῶμαι –> παράσχωμαι, σχοῖσθε -> ἐπίσχοισθε, που ο τόνος ανεβαίνει στην παραλήγουσα, όταν βέβαια πρόκειται για λήγουσα μακρόχρονη και στην προπαραλήγουσα, όταν υπάρχει λήγουσα βραχύχρονη.

Προσοχή! Ο τόνος δεν ανεβαίνει ποτέ πάνω από τη συλλαβή που περιέχει αύξηση είτε είναι συλλαβική, είτε χρονική και αναδιπλασιασμό π.,χ. ἦγον -> ἀπῆγον, ἦν -> ἐξῆν, εἶχον -> συνεῖχον.

  1. Επίσης, ποτέ δεν ανεβαίνει ο τόνος πάνω από την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού π.χ. παράδος.
  2. Τα απαρέμφατα και οι μετοχές διατηρούν τον τόνο στη συλλαβή που τονίζονται και τα αντίστοιχα απλά, χωρίς εξαιρέσεις.
  3. Στα σύνθετα του εἰμί, ο τόνος ανεβαίνει: α) Στην οριστική Ενεστώτα και β) Στο β΄ ενικό και πληθυντικό της προστακτικής του Ενεστώτα. π.χ. πάρειμι, πάρει, πάρεστι(ν) κτλ. – πάρισθι, πάρεστε, ενώ: παρῶ, παρῇς, παρῇ κτλ. – παρείην – παρεῖναι – παρών κτλ.
  4. Το β΄ ενικό της προστακτικής του ενεργητικού Αορίστου Β΄ των ρημάτων ἔρχομαι, εὑρίσκω, λαμβάνω, λέγω και ὁρῶ, όταν δεν είναι σύνθετο, τονίζεται στη λήγουσα: π.χ ἔρχομαι -> ἦλθον -> ἐλθέ, εὑρίσκω -> ηὗρον- > εὑρέ, λαμβάνω -> ἐλάμβανον -> λαβέ, λέγω -> εἶπον -> εἰπέ, ὁρῶ -> εἶδον -> ἰδε.

Προσοχή! ἄπελθε, ἔξευρε, παράλαβε, πρόειπε, πάριδε.

  1. Το β΄ ενικό της προστακτικής του μέσου Αορίστου Β΄, είτε είναι απλό, είτε είναι σύνθετο, τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη π.χ. γενοῦ, λαβοῦ -> συγγενοῦ, ἀντιλαβοῦ. Όταν όμως είναι μονοσύλλαβο και σύνθετο με δισύλλαβη πρόθεση, ανεβάζει τον τόνο στην παραλήγουσα π.χ. ἔχομαι -> ἐσχόμην, σχοῦ -> παράσχου, ἕπομαι -> ἑσπόμην, σποῦ -> ἐπίσπου.
  2. Στα σύνθετα εἶμι, φημί, οἶδα και κεῖμαι, ο τόνος ανεβαίνει στην οριστική και προστακτική έγκλιση του Ενεστώτα, αν φυσικά το επιτρέπει η λήγουσα (δηλαδή η λήγουσα είναι βραχύχρονη) π.χ. ἄπειμι, ἄπει, ἄπεισι(ν), ἄπιμεν κτλ. – ἄπιθι, ἄπιτε (αλλά: ἀπίτω, ἀπιόντων κτλ.), σύμφημι, ἀπόφημι, σύμφαθι (αλλά: συμφάτω, συμφάντων κτλ.), σύνοιδα, σύνισμεν – σύνισθε κτλ. (αλλά: συνίστω, συνίστων), ἀπόκειμαι, διάκειμαι, κατάκεισο (αλλά: κατακείσθω).
  3. Στο β΄ ενικό της προστακτικής Ενεργητικής φωνής του Αορίστου Α΄ ο τόνος ανεβαίνει στην παραλήγουσα στα σύνθετα ρήματα: π.χ. κατάλυσον, ἐπίρριψον, ἀνάκρινον.
  4. Στο β΄ ενικό της προστακτικής Μέσης φωνής του Αορίστου Α΄ ο τόνος ανεβαίνει στην παραλήγουσα στα σύνθετα ρήματα π.χ. λῦσαι –> παράλυσαι κ.ά
  5. Στα συνηρημένα με μονοσύλλαβο ρηματικό θέμα σε –εω ανεβαίνει ο τόνος στην πρόθεση στο β΄ ενικό της προστακτικής της Ενεργητικής φωνής και στους συνηρημένους τύπους της οριστικής π.χ. πλεῖ -> παράπλει, πνεῖ -> ἔκπνει (αλλά: παραπλεῖτε).

 

⇛ Θέση τόνου και πνεύματος

  1. Στα φωνήεντα και τους καταχρηστικούς διφθόγγους, όταν είναι γραμμένες με μικρά γράμματα, το πνεύμα και ο τόνος σημειώνονται επάνω τους π.χ. ἀγαθός.
  2. Στους κύριους διφθόγγους το πνεύμα ή ο τόνος σημειώνονται επάνω στο δεύτερο φωνήεν π.χ. αἵρεσις.
  3. Στην περίπτωση που ο τόνος και το πνεύμα βρίσκονται στην ίδια συλλαβή, τότε προηγείται το πνεύμα και ακολουθεί ο τόνος (οξεία ή βαρεία) π.χ. αἵρεσις. Ενώ, στην περίπτωση που η συλλαβή τονίζεται με περισπωμένη, τότε ο τόνος μπαίνει επάνω από το πνεύμα  π.χ. εὖρος.
  4. Στην περίπτωση που οι αρχαίες λέξεις είναι γραμμένες με κεφαλαία γράμματα, τότε το πνεύμα και ο τόνος παραλείπονται π.χ. ΑΙΡΕΣΙΣ.

 

⇛ Άτονες λέξεις

Υπάρχουν δέκα μονοσύλλαβες άτονες λέξεις της αρχαίας ελληνικής, οι οποίες δεν παίρνουν δηλαδή τόνο και είναι οι εξής:

  1. Οι τύποι του άρθρου στον ενικό αριθμό ὁ, ἡ και στον πληθυντικό αριθμό οἱ και αἱ.
  2. Οι προθέσεις εἰς, ἐν, ἐκ ή ἐξ.
  3. Τα μόρια εἰ, ὡς, οὐ ή οὐκ ή ούχ.

 

► Κάνε το Δώρο στο...

Δείτε ακόμα...

Κατηγορία: ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΩΝ Α ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΩΝ Β ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΩΝ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

Tags: , , , , , , , , , , ,

Comments (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Ο/Η Κατερινα λέει:

    Ουαου με βοηθα παρα πολυ ! Ευχαριστω! Συνεχιστε ετσι !!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*